Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρόφιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρόφιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων


Έχουμε συνηθίσει μέχρι στιγμής όταν μιλάμε για έλλειψη τροφίμων, υποσιτισμό ή πείνα να φανταζόμαστε ότι έχουμε να κάνουμε πάντα με τον τρίτο κόσμο και τις φτωχές του χώρες. Πράγμα που, βεβαίως, αληθεύει, αλλά, η συχνή του αναφορά σαν παράδειγμα οδηγεί στο λανθασμένο συμπέρασμα πως το πρόβλημα της πείνας ή ο υποσιτισμός δεν αγγίζει τις χώρες του Βορρά.
Μια τέτοια άποψη είναι απόλυτα λανθασμένη και επιβεβαιώνεται με το παράδειγμα του ευρωπαϊκού Νότου, όπου πολλά εκατομμύρια πάσχουν από την λεγόμενη επιλεκτική ή «σιωπηλή» πείνα.
Πρόκειται για τις μορφές εκείνες υποσιτισμού, όπου λείπουν σημαντικές βιταμίνες, ιδίως αυτή που περιέχεται σε ακριβά τρόφιμα όπως η Α, ιχνοστοιχεία, σίδηρος και άλλα θρεπτικά συστατικά. Η κατάσταση αυτή οδηγεί πολύ τακτικά σε μορφές ψυχονευρολογικών νοσημάτων όπως άνοιες, πολυνευροπάθειες, δερματώσεις, μαλακά έλκη, κατάθλιψη ή ψυχώσεις.
Βέβαια, το πρόβλημα γίνεται ακόμη εντονότερο στον τρίτο κόσμο. Υπολογίζεται περίπου πως δύο με δυόμισι εκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη υποφέρουν από κόπωση, λήθαργο, απραξία και απάθεια, λόγω της απουσίας σιδήρου και των άλλων ιχνοστοιχείων και βιταμινών λόγω της φτωχικής διατροφής.
Μάλιστα, οικονομολόγοι του ΟΗΕ βρήκαν μια αλληλουχία μεταξύ μισθών και αύξησης, της λεγόμενης επιλεκτικής πείνας. Κάνοντας μετρήσεις στην Βραζιλία πιστοποίησαν ότι οι μικρές αυξήσεις της τάξης του 1% σε πληθωρισμούς 7 με 8 % αυξάνουν την επιλεκτική πείνα στο 3 με 4%. Άρα, βλέπουμε ότι το σύνδρομο της φτώχειας που χτυπά Βορρά και Νότο επηρεάζει το ίδιο, αλλά σε διαφορετικό βαθμό, τα δύο ημισφαίρια. Συνεπώς, η λύση που πρέπει να βρεθεί πρέπει να είναι κοινή και για τους δύο.

ΦΤΩΧΕΙΑ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΑ


ΤΟ ΕΠΙΣΙΤΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΧΕΙ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΦΤΩΧΕΙΑ
Περήφανοι οι Κινέζοι παρουσιάζουν νέες στατιστικές ισχυριζόμενοι ότι ο μέσος Κινέζος λαμβάνει περίπου 30% περισσότερες θερμίδες ημερησίως από ότι πριν 20 χρόνια. Πέρα από αυτό παραμένει ο ισχυρισμός ότι τα τελευταία χρόνια μετά το 2000 έχουν μειωθεί οι υποσιτιζόμενοι στην Κίνα κατά 20 εκατομμύρια. Βέβαια, δεν αναφέρει πόσες εκατοντάδες εκατομμύρια υποσιτίζονται ακόμη.
Εκείνο που είναι, όμως, σίγουρο είναι ότι έχουμε 45 εκατομμύρια υποσιτιζόμενους πολίτες και στην Ευρωπαϊκή ένωση. Αυτό είναι πάρα πολύ αξιοπερίεργο, λόγω του ότι το 2000 η παγκόσμια παραγωγή τροφίμων έδειξε ότι διπλασιάζεται από ότι τα προηγούμενα χρόνια. Έχουμε, λοιπόν, το παράδοξο γεγονός ότι ενώ διπλασιάζονται οι ποσότητες των τροφίμων, αυξάνονται ραγδαία οι υποσιτιζόμενοι σε Βόρειο και Νότιο ημισφαίριο.
Αισίως πια υπολογίζεται ότι ο αριθμός των υποσιτιζόμενων αγγίζει το ένα δισεκατομμύριο ανθρώπων, δηλαδή, ο κάθε έκτος πολίτης στον πλανήτη πεινάει. Οι προβλέψεις απλών μαθηματικών πράξεων δείχνουν ότι αυτός ο αριθμός θα αυξηθεί ραγδαία με το που θα μπει στο παιχνίδι του αγοραστή και ο ινδικός πληθυσμός. Δηλαδή, μια οικονομία κάποιας χώρας, που ήδη είναι πυρηνική δύναμη, αναπτύσσεται ραγδαία και ακολουθεί το ευρωπαϊκό μοντέλο διατροφής.
Τελικά, όλα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η ακρίβεια των τροφίμων σε συνδυασμό με τη υπάρχουσα φτώχεια είναι οι μεγάλες αιτίες του υποσιτισμού και πολλές ασθένειες είναι επακόλουθά του.
Εάν οι διεθνείς πολιτικοί οργανισμοί δεν φτάσουν σε ένα σημείο να λύσουν δραστικά αυτό το πρόβλημα, έστω και με τρόφιμα δευτέρας διαλογής, οι λιμοί και οι επιδημίες, καθώς, και τα κύματα από αρρώστιες από τον τρίτο προς τον δυτικό κόσμο θα εξαντληθούν έντονα. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι αυτό της φυματίωσης που παρουσιάζεται με παγκόσμια έξαρση.

ΒΙΟΚΑΥΣΙΜΑ ΚΑΙ ΤΡΟΦΙΜΑ



ΜΙΑ ΝΕΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΙΣ ΒΙΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ, ΤΑ ΒΙΟΚΑΥΣΙΜΑ, ΑΝΕΒΑΖΟΥΝ ΣΤΑ ΥΨΗ ΤΙΣ ΤΙΜΕΣ ΤΩΝ ΤΡΟΦΙΜΩΝ
Μία νέα πραγματικότητα έρχεται να ταράξει την επισιτιστική κρίση, είναι η παραγωγή των βιοκαυσίμων. Πρόκειται για μία παραγωγή που ελαττώνει ουσιαστικά την παραγωγή τροφίμων και της εκμεταλλεύσιμης γης, έτσι ώστε με τη βοήθεια των κερδοσκόπων τα βασικά είδη διατροφής, όπως τα δημητριακά, να φτάσουν στα ύψη και οι τιμές τους να είναι πλέον απαγορευτικές για τις χώρες του τρίτου κόσμου, ακόμα και για τους χαμηλόμισθους της Ευρώπης, να αποτελούν ένα είδος πολυτελείας.
Υπάρχει μια έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας σε ότι αφορά την αύξηση των βιοκαυσίμων, που αναφέρει ότι εξαιτίας τους ανέβηκαν οι τιμές των τροφίμων 3%. Πρόκειται για μια έκθεση ευκολίας για τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες πρωταγωνιστούν παγκόσμια στην παραγωγή των βιοκαυσίμων, ενώ στην πραγματικότητα, η άνοδος των τιμών των τροφίμων από το 2002, όπως προκύπτει από τα ίδια στοιχεία, είναι πάνω από 75%.
Πρόκειται για το χαρακτηριστικό φαινόμενο της φιλελεύθερης αγοράς, όπου λύνουμε το πρόγραμμα της μίας κρίσης με μία άλλη μεγαλύτερη κρίση. Έτσι, λοιπόν, ανατέθηκε στους αγρότες να λύσουν το πρόβλημα της ενεργειακής κρίσης του πετρελαίου ασχολούμενοι με την παραγωγή φυτικών προϊόντων, που είναι απαραίτητα για τα καύσιμα, και περιορίζοντας την παραγωγή τροφίμων. Γεγονός που έπληξε ευθεία τις οικονομίες και τη διατροφή των λαών του τρίτου κόσμου, ενώ, παράλληλα έφερε σε πολύ δύσκολη θέση τις πιο αναπτυγμένες χώρες που καλούνται να πληρώσουν με διπλάσια τιμή την παραγωγή των τροφίμων.
Βέβαια, αποτελεί μια εναλλακτική κίνηση η παραγωγή των βιοκαυσίμων σε ότι αφορά την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης. Έχει, όμως, λησμονηθεί εντελώς ότι η καλλιέργειά τους τα τελευταία χρόνια έφερε ένα έλλειμμα περίπου 100 εκατομμυρίων σταριού το χρόνο.
Έτσι, λοιπόν, οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι Αμερικάνοι πρόεδροι δίνουν κίνητρα για την παραγωγή των βιοκαυσίμων, προκειμένου να καταπολεμηθούν δήθεν οι κλιματικές αλλαγές. Ταυτόχρονα βρίσκονται στη δυσάρεστη θέση να επιδοτούν οργανισμούς ή μεγάλες κοινότητες φτωχών ανθρώπων να προμηθευτούν τα απαραίτητα για τη ζωή τρόφιμα.
Εκεί ακριβώς έρχονται και οι κερδοσκόποι, που εκμεταλλευόμενοι νομικά κενά ή και την ασυνεννοησία μεταξύ παραγωγής και διάθεσης, αποθηκεύουν τα τρόφιμα για ένα μικρό χρονικό διάστημα, έτσι που η ζήτησή τους να ανεβαίνει στο κατακόρυφο και να πωλούνται στην για αυτούς επιθυμητή και άκρως υψηλή τιμή.
Το όλο φαινόμενο καταλήγει, βέβαια, στο ότι κάποτε να πάψει η καλλιέργεια των τροφίμων και να πληρώνουμε ένα πεπόνι με 20 και 30 δολάρια.


Ένας χώρος κατ’ εξοχήν κατανάλωσης γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων μειώνει την ήδη παραγωγή οδηγώντας τον πληθυσμό σε διατροφικό αδιέξοδο.
Κάποτε σα νεαρός γιατρός, όταν έκανα την ειδικότητά μου στην Ευρώπη στη Γερμανία, παίρνοντας το ιστορικό των ασθενών συνήθιζα να τους ρωτάω τι ήταν αυτό που τους προξένησε μεγαλύτερο βάσανο κατά τον πόλεμο.
Πάνω από το 60%των Γερμανών ασθενών απαντούσε σχεδόν ταυτόσημα ότι αυτό που στερήθηκαν περισσότερο από όλα ήταν η έλλειψη του βουτύρου. Το ζωικό βούτυρο πωλείται στα γερμανικά σούπερ-μάρκετ σε πάνω από 25 είδη συσκευασίας για όλα τα γούστα, με όλες τις προσμίξεις και για κάθε ανάγκη.
Οι τιμές του βουτύρου τα τελευταία χρόνια άρχισαν να πολλαπλασιάζονται, ενώ πριν από μια εικοσαετία ήταν σχεδόν μηδαμινές. Όσο και αν φαίνεται περίεργο, αυτό το γεγονός, που έχει το ίδιο ενδιαφέρον σε όλες τις χώρες της κεντρικής Ευρώπης, το αποφάσισε η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου ηγούνται οι Γερμανοί παρέα με τα άλλα πλούσια κράτη της περιοχής.
Πρόκειται για μια συμφωνία της λεγόμενης CAP, που είναι το «εργαλείο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ότι αφορά τη διάταξη της πολιτικής γραμμής στον αγροτικό χώρο. Υποτίθεται ότι αυτός ο οργανισμός διασφαλίζει τα εισοδήματα και την εργασία των μικρο- κτηνοτρόφων και αγροτών στην Ευρώπη, έτσι ώστε να έχουμε μια ομαλή λειτουργία.
Πάντως, μετά την απόφαση της CAP, το 1988, ύστερα από πιέσεις της Μ. Βρετανίας «στραγγαλίστηκε» η παραγωγή τόσο των τροφίμων, όσο και των μικροκτηνοτρόφων.
Λόγω του τεράστιου κόστους αποθήκευσης των γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, όπως θεωρούσαν οι Γάλλοι, επιβλήθηκε μείωση της παραγωγής, ώστε να μη χρειάζεται πραγματικά να αποθηκεύονται με τα όποια κόστη αυτά τα τρόφιμα. Η πλάστιγγα λειτούργησε τα πρώτα χρόνια υπέρ της οικονομίας, μετά όμως άρχισε να αντιστρέφεται, έτσι που σήμερα το βούτυρο στην Ευρώπη να εισάγεται από χώρες του τρίτου κόσμου φθηνότερα και να πωλείται, αν και κατώτερης ποιότητας, σε πολύ ακριβότερη τιμή σε σχέση με την παλιά.
Μια αντισταθμιστική προσπάθεια για να αυξηθεί η παραγωγή που άρχισε τη δεκαετία του ’90, διακόπηκε αμέσως διότι οι αγρότες μέσω των τοπικών φορέων, που επιχείρησαν να επιβάλλουν αυτή την «εργαστηριακή αντίσταση», πιέστηκαν μέσω προστίμων να μειώσουν την παραγωγή.
Έτσι, σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουμε όλο και λιγότερους αγρότες, π.χ. στην Ελλάδα από το 35-40%, που είχαμε πριν 20 χρόνια, φθάνουν μόλις το 7%. Κι όταν λέμε 7%, σε αυτό συμπεριλαμβάνονται ουσιαστικά οι ξένοι εργάτες, που ασχολούνται με αυτές τις αγροτικές εργασίες. Οι Έλληνες εργάτες φέρουν μόνο τον τίτλο του αγρότη προκειμένου να μπει στην ταυτότητά τους. Βέβαια, το έργο μειώνεται κατακόρυφα. Η δε αγροτική παραγωγή στη χώρα έχει σχεδόν μηδενιστεί.
Βλέποντας αυτό το παράδειγμα μπορούμε να αναλογιστούμε γιατί αυξάνονται οι τιμές των τροφίμων, χαλάει η ποιότητά τους, γιατί προέρχονται από χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης –όπου και οι συνθήκες υγιεινής δεν είναι οι καλύτερες, και πολύ περισσότερο λείπουν οι έλεγχοι για την ποιότητά τους.

ΤΟ ΠΙΚΡΟ ΡΥΖΙ


Με την άνοδο της τιμής των τροφίμων έχει αρχίζει στην Ασία ήδη ο πόλεμος του ρυζιού. Πλέον στη σύγχρονη εποχή, όπως όλα τα είδη, έτσι και τα τρόφιμα έχουν γίνει χρηματιστηριακό αγαθό και οι τιμές τους ανεβοκατεβαίνουν στα διεθνή χρηματιστήρια τροφίμων. Όπου δε μπαίνουν οι κερδοσκόποι, αναμενόμενο είναι ότι κάποιοι άλλοι θα υποφέρουν.
Και, βέβαια, αυτοί οι «άλλοι» είναι ο μισός πληθυσμός του πλανήτη. Διότι το ρύζι και μόνο αποτελεί το βασικό είδος διατροφής για τρία δισεκατομμύρια ανθρώπους. Όπου υπάρχει κέρδος, υπάρχει και πόλεμος.
Έτσι, δημιουργήθηκε και το αναμενόμενο «καρτέλ του ρυζιού».πρόκειται για μια ομάδα χωρών, για μια οργάνωσης ομάδας χωρών εξαγωγής ρυζιού στην Ασία, η οποία διαχειρίζεται πλέον το ρύζι του κόσμου και κατά τα κέδφια της προσδιορίζει και τις τιμές. Είναι ο λεγόμενος μηχανισμός Orec, κατά το Opec, που είναι το καρτέλ των πετρελαίων.
Οι κύριοι αυτοί, που αποτελούν ένα ιδιόρρυθμο λόμπι στην περιοχή της νοτιοανατολικής Ασίας, δηλαδή, κάπου στο εξάγωνο Ταϊλάνδη – Καμπόζη – Μιαμάρ- Βιετνάμ – Λάος – Φιλιππίνες, επικεντρώνουν όλη την παραγωγή ρυζιού, προσαρμόζουν την τιμή πώλησης αναλόγως τι θέλουν, κρατούν την παραγωγή σε μεγάλες αποθήκες και όταν έρχεται η ώρα να διαθέσουν, ορίζουν και την τιμή που θα δοθεί. Βέβαια, όλα αυτά συντονίζονται από τα κεντρικά γραφεία διαχείρισης τροφίμων και το χρηματιστήριο τροφίμων στο Σικάγο, όπου όλοι αυτοί αντιπροσωπεύονται με δικούς τους ανθρώπους και με Αμερικάνους μεγαλοχρηματιστές μοιράζονται τα κέρδη που έχουν.
Τα κέρδη αυτά εν μέρει επιστρέφουν στις χώρες παραγωγής για περισσότερη συσσώρευση πλούτου της ομάδας που διαχειρίζεται την παραγωγή και τη συγκέντρωση του αγαθού εκεί κάτω, όχι, βέβαια, για να γίνουν έργα υποδομής (νοσοκομεία, σχολεία, δρόμοι), αλλά, για να χρησιμοποιηθούν πάλι σαν διεθνή ομόλογα που θα ξαναγυρίσουν στην Αμερική, προκειμένου να κάνουν νέο κύκλο κερδοσκοπίας.
Το παράδοξο είναι ότι οι παραγωγοί που τα παράγουν φτάνουν να αγοράζουν σε διπλάσια ή τριπλάσια τιμή το ρύζι, από ότι ο Αμερικάνος ή ο Ευρωπαίος, και στην κυριολεξία να ελαττώνεται πάρα πολύ και η παραγωγή του και η ποιότητά του. μοιραία η όξυνση έρχεται σε τέτοιο σημείο στις χώρες αυτές, που είναι θέμα χρόνου πότε θα προκύψει η λεγόμενη «κρίση του ρυζιού», δηλαδή, η έκρηξη της πείνας, που προκαλεί η έλλειψη αυτού του αγαθού, και να φτάσει στον πόλεμο του ρυζιού, με όσες συνέπειες έχει αυτό για τον τοπικό και παγκόσμιο πληθυσμό.


Σύμφωνα με την έκθεση της Agricultural Outlook 2008-2017 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και Τροφίμων, προβλέπεται στα επόμενα έτη διπλασιασμός της τιμής των τροφίμων.
Τα τρόφιμα πλέον πήραν και αυτά τη σειρά τους να γίνουν ένα οικονομικό αγαθό, που υπόκειται στους νόμους της αγοράς. Οι νόμοι αυτοί καθορίζονται, ως γνωστόν, από την προσφορά και τη ζήτηση. Βέβαια, υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες ενδιάμεσα, που ανεβοκατεβάζουν τις τιμές, όπως γίνεται σε κάθε αναλώσιμο είδος. Τα τρόφιμα, όμως, έχουν και μια ιδιότητα, ακόμα πιο χαρακτηριστική, είναι άμεσα συνδεδεμένα με την ίδια τη ζωή. Συνεπώς, πρέπει να υπάρχει και περισσότερη προσοχή στη διαχείριση αυτού του ζητήματος.
Βέβαια, το ότι θα ανέβαινε η τιμή των τροφίμων, και το ότι θα ανεβεί ακόμη περισσότερο, είναι αναμενόμενο, αν σκεφτεί κανείς ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός υπολογίζεται ότι από τα 6,5 δισεκατομμύρια, που είναι σήμερα, θα φτάσει το 2040-2050 στα εννέα δισεκατομμύρια. Άρα, δηλαδή, θα έχουμε μια αύξηση τουλάχιστον κατά το 1/3 της πληθώρας των ανθρώπων, που θα καταναλώνει τα τρόφιμα, που βγάζει ο πλανήτης.
Για να καταλάβουμε τι σημαίνει αυτό στην άνοδο της τιμής, αρκεί να πάρουμε για παράδειγμα τη μοντέρνα Κίνα, όπου πλέον οι Κινέζοι, και ιδιαίτερα οι νεαροί Κινέζοι, καταναλώνουν σχεδόν τα ίδια όπως οι νεαροί Ευρωπαίοι. Το 1980 20 κιλά κρέας έτρωγε ο κάθε Κινέζος, ενώ το 2007 έφτασαν τα 50 κιλά κρέας. Αισίως, μάλιστα, η Κίνα των 1,2 δισεκατομμυρίων καταναλώνει το 1/4 της παραγωγής κρέατος στον πλανήτη. Αν συνεχιστεί ο ρυθμός ανάπτυξης του πληθυσμού της Κίνας με τους ρυθμούς που έχει σήμερα, η κατανάλωση αυτή θα αυξηθεί στο 30-35%. Άρα, μόνο η Κίνα θα διαχειρίζεται πάνω από το 1/3 του κρέατος, σαν είδος πρώτης διατροφής σε παγκόσμιο επίπεδο.
Και μια και μιλάμε για κρέας, μπορούμε να μιλήσουμε και για τα γαλακτομικά παράγωγά του, όπου οι Κινέζοι πλέον, τουλάχιστον σε επίπεδο πληθυσμού 200-300 εκατομμυρίων, δηλαδή, όσοι είναι και στη σημερινή Ευρώπη, καταναλώνουν πλέον την ίδια ποσότητα κατά κεφαλήν γαλακτοκομικών προϊόντων.
Ταυτόχρονα, η παραγωγή κρέατος, και μάλιστα, μιλάμε για βιομηχανοποιημένο κρέας, ελαττώνεται αντί να αυξάνεται, διότι οι μεγάλες εκτάσεις γης χρησιμοποιούνται πλέον για βιοκαύσιμα, και όχι για παραγωγή ζωοτροφών.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε, βέβαια, και τους κερδοσκόπους, οι οποίοι κλείνουν σε μεγάλες αποθήκες τεράστιες ποσότητες τροφίμων, οι οποίοι περιμένουν να πάρουν κάποια σωστή τιμή! Δηλαδή, ξεκινώντας από τους κερδοσκόπους του Σικάγο, σε πάρα πολύ μεγάλες αποθήκες συγκεντρώνονται τρόφιμα, που περιμένουν ένα με δύο χρόνια μέχρι να φτάσουν στα επιθυμητά επίπεδα πώλησης, προκειμένου να δοθούν προς κατανάλωση τότε, αφήνοντας τεράστια περιθώρια κέρδους για αυτούς που φρόντισαν να τα αποθηκεύσουν εγκαίρως.
Βλέπουμε, δηλαδή, ότι σιγά – σιγά, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ενεργειακή κρίση, αλλά και η επισιτιστική κρίση. Βέβαια, οι κυβερνήσεις του κόσμου φαίνεται ότι τους απασχολεί το θέμα λίγο και θα το λύσουν, αν μπορέσουν, στο πάρα πέντε.

Δημοφιλείς αναρτήσεις

 

© 2006 | Blogger Templates by GeckoandFly modified and converted to Blogger by Blogcrowds.